Όλες οι ενέργειες που κάνουμε μέσα σε ομαδικούς χώρους όπου αναζητούμε απαντήσεις για θέματα που μας απασχολούν υπαρξιακά, έχουν ως σκοπό να μας οδηγήσουν σε μία διαδικασία αυτοκάθαρσης, προκειμένου να συναντήσουμε τις απαντήσεις που ψάχνουμε «καθαροί», διότι το φως είναι αμείλικτο και φωτίζει μεν, καίει δε.
Αυτό όμως για να πραγματοποιηθεί απαιτεί από εμάς όχι να λέμε και να ακούμε ωραία λόγια, αλλά να τα κάνουμε πράξη. Ξέρουμε να λέμε ωραία λόγια, αυτό είναι σίγουρο, αλλά το θέμα είναι τι γίνεται μετά.
Ξέρουμε να διακρίνουμε την σωστή από την λάθος συμπεριφορά, αλλά όταν έλθει η ώρα να τεθούμε ενώπιόν τους, και να αποφασίσουμε, βάζουμε, αλίμονο, άλλους να το κάνουν.
Ξέρουμε να διακρίνουμε το σωστό, αλλά το αφήνουμε για άλλους να το πράξουν.
Ξέρουμε ότι ο διπλανός μας σφάλλει, αλλά δεν του λέμε τίποτα, για να μην τον στεναχωρήσουμε, και έτσι τον καταδικάζουμε να θεωρεί την σιωπή μας, ως έγκριση των σφαλμάτων του. Και τότε γινόμαστε συνένοχοι συμπαντικά και καρμικά, άσχετα αν το γνωρίζουμε ή όχι…

