Αν παρομοιάσουμε τις σχέσεις των δύο φύλων με ένα ιππήλατο κάρο, το άλογο αναπαριστά την Αγάπη ενώ το κάρο την σωματική σχέση μεταξύ του ζευγαριού. Ή με άλλα λόγια το άλογο είναι η ψυχή, και το κάρο οι αισθήσεις.
Από την στιγμή της πτώσης και μετά τα δύο φύλα οφείλουν να επαναπροσανατολίζουν το ποιός θα κινήσει το ιππήλατο. Αν η αγάπη είναι εκείνη που θα προκαλέσει την σεξουαλική επιθυμία τότε έχουμε την ερωτική μέθη, την θεϊκότητα. Τότε το σεξ γίνεται το μέσο με το οποίο και οι δύο θα μετατρέψουν κάτι από ανθρώπινο σε θεϊκό. Ή μάλλον για να το ορίσουμε πιο σωστά, θα επιτρέψουν στην θεϊκότητα να αναδυθεί και πάλι, παραμερίζοντας τις όποιες «πτωτικές» συνέπειες που το είχαν καταστήσει κάτι το απλά ανθρώπινο. Τότε πραγματικά εκείνο που είναι αθάνατο μέσα του αντικρύζει εκείνο που είναι αθάνατο μέσα της, και οι Θεοί κατεβαίνουν για να σμίξουν μαζί τους. Το ζωώδες θα υψωθεί σε υπέρτατη μυητική λειτουργία, όπως κάποτε ήταν.
Συμβαίνει όμως πολλές φορές το ακριβώς αντίθετο. Κάθε μέρα δίπλα μας.
Γιατί κάτι το τόσο θεϊκό έγινε απλά ζωώδες; Για ποιό λόγο οι αισθήσεις έφεραν την Αγάπη, αντί η Αγάπη να ενεργοποιήσει εκείνη την υπέρτατη διαδικασία κατά την οποία το θείο κατέρχεται και ολοκληρώνει τον άνθρωπο, όταν το ανθρώπινο ανέλθει και ενεργοποιήσει το θείο;
Για ποιό λόγο ο «κατ’εικόνα και ομοίωση» άνθρωπος άφησε τα ηνία του κάρου του και το κάρο κινείται μόνο του, παρασύροντας αναγκαστικά και κάποιο άλογο που έτυχε να βρίσκεται δεμένο σ’αυτό…;

